Σάββατο, 18 Ιούλιος 2009

Ο Μεγάλος Γκάτσμπι

Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, εκδ. The Folio Society, 2005



"Η ζωή δεν είναι παρά μια πορεία προς την καταστροφή"











Ο Μεγάλος Φιτζέραλντ θα λάμψει σαν κομήτης στην αμερικάνικη λογοτεχνία της δεκαετίας του '20. Θα γνωρίσει την επιτυχία το 1920 ενώ ήταν μόλις 24 χρόνων με το πρώτο του μυθιστόρημα. Θα γράψει στα 28 του ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, τον "Μεγάλο Γκάτσμπι" και θα προσπαθήσει να ενσαρκώσει το "Αμερικάνικο όνειρο", όπως άλλωστε έκανε κι ο δημοφιλής του ήρωας. Χρήμα, δόξα, έρωτας... Νέα Υόρκη, Λονδίνο, Παρίσι, Γαλλική Ριβιέρα με την αγαπημένη του Ζέλντα... Μια ζωή ανέμελη ανάμεσα στα κοσμικά πάρτι και τα πολυτελή ξενοδοχεία. Μια ζωή που τελικά τη δεκαετία του '30 παίρνει τη κάτω βόλτα. Ο Σκότι χρεωμένος κι αλκοολικός πεθαίνει το 1940, σε ηλικία 44 χρόνων, σχεδόν ξεχασμένος ενώ η Ζέλντα ταλαιπωρημένη από συνεχείς νευρικές κρίσεις, ήδη από το 1930, καίγεται το 1947 σε μια πυρκαιά στο νοσοκομείο που νοσηλευόταν.



Στα 1938 γράφει στην κόρη του:"Όταν ήμουν στην ηλικία σου, ζούσα μ' ένα μεγάλο όνειρο. Το όνειρο μεγάλωνε κι έμαθα πώς να μιλώ γι' αυτό και να κάνω τους ανθρώπους να μ' ακούνε. Ύστερα, μια μέρα, το όνειρο διχάστηκε, τότε που αποφάσισα να παντρευτώ τη μητέρα σου παρόλο που γνώριζα ότι ήταν κακομαθημένη και δε θα μού 'βγαινε σε καλό..."

Ο πυρήνας των μυθιστορημάτων του Φιτζέραλντ βρίσκεται στη σύγκρουση των ονείρων με την πραγματικότητα. Αυτό ακριβώς περιγράφει και στον "Μεγάλο Γκάτσμπι": Το πώς καταρρέουν τα όνειρα όταν γίνουν πραγματικότητα. Ένα πεπρωμένο αναπόφευκτο...

"Αυτό είναι και το πεπρωμένο της σύντομης ζωής του μυθικού του ήρωα. Τού σπάταλου βίου του και του πολύτιμου κρυφού του ονείρου. Ο Γκάτσμπι είναι ο πλέον ολοκληρωμένος εκφραστής της θυσίας στο πεπρωμένο του ονείρου ενάντια στην ισοπεδωτική πραγματικότητα του επιδεικτικού πλούτου, της φτηνής καθημερινότητας, της κακογουστιάς και του μικρόθωρου υπολογισμού".




Ο μυστηριώδης ζάμπλουτος Γκάτσμπι κλεισμένος στην έπαυλή του στο Λονγκ Άιλαντ, οργανώνει, σχεδόν καθημερινά, φαντασμαγορικά πάρτι καλώντας όλη την "καλή κοινωνία" της Νέας Υόρκης. Στόχος του να "θαμπώσει" έναν νεανικό του έρωτα, την Νταίζη, την οποία λατρεύει με ένα πάθος ακατανόητο, πεισματικό, αυτοκαταστροφικό.

"Τις νύχτες του καλοκαιριού ακουγόταν μουσική από το σπίτι του γείτονά μου. Στους γαλάζιους κήπους του οι άνδρες και οι κοπέλες πηγαινοέρχονταν σαν νυχτοπεταλούδες μέσα σε ψιθύρους, σαμπάνιες κι αστέρια. Τ' απογεύματα με την παλίρροια παρακολουθούσα τους καλεσμένους του να βουτάνε από την εξέδρα ή να λιάζονται ξαπλωμένοι στη ζεστή άμμο της παραλίας του ενώ οι δύο του βενζινάκατοι έσκιζαν τα νερά του Σάουντ σέρνοντας πίσω τους σανίδες του σκι μέσα σε καταρράκτες αφρού. Τα Σαββατοκύριακα η Ρολς Ρόις του γινόταν λεωφορείο που πηγαινοέφερνε τον κόσμο από την πόλη στα πάρτι, από τις εννιά το πρωί μέχρι περασμένα μεσάνυχτα ενώ το φορτηγάκι του χοροπηδούσε, ίδιο ζωηρό κίτρινο μαμούνι, για να προφταίνει όλα τα τρένα. Και τις Δευτέρες οκτώ υπηρέτες μαζί μ' έναν έξτρα κηπουρό δούλευαν σκληρά με πανιά, βούρτσες, σφυριά και κλαδευτήρια για να συμμαζέψουν τον αφανισμό της προηγούμενης νύχτας".



"Υπάρχει μόνο μια ιστορία που ο Φιτζέραλντ ξέρει να λέει, και ανεξάρτητα με ποιον τρόπο στριφογυρνά γύρω απ' αυτήν, νιώθει ότι πρέπει να την πει ξανά και ξανά. Ο απένταρος ιππότης, ο φτωχός ηλίθιος Χανς, ο μικρός του γκολφ, ο λαθρέμπορος ποτών ή ο φοιτητής της ιατρικής βγαίνει να αναζητήσει την τύχη του και... ατυχώς την βρίσκει. Η ανταμοιβή του είναι ακριβώς όπως στα παραμύθια, το χρυσό κορίτσι μέσα στο λευκό παλάτι. Όμως εντελώς διαφορετικά απ' ότι στα παραμύθια, αυτό δεν αποτελεί διόλου ένα ευτυχισμένο τέλος. Βρίσκει στο κρεββάτι του όχι την άσπιλη νύφη αλλά τον Σκοτεινό Καταστροφέα".

Στην περίπτωση του αριστουργηματικού "Γκάτσμπι" δημιούργησε έναν αδαμάντινο κρύσταλλο μοναδικής τελειότητας. Στα πρώτα τέσσερα κεφάλαια στήνει όλο το γεμάτο μυστήριο σκηνικό της τραγωδίας, στο πέμπτο αφηγείται τη συνάντηση των δύο πρωταγωνιστών που είναι το κλειδί του έργου και στα υπόλοιπα τέσσερα καταλήγει στην κάθαρση. Στο πρώτο μέρος το κείμενο, σχεδόν χορεύοντας, μας μεταδίδει τη λάμψη των προσώπων και του πλούτου για να κορυφωθεί στη συνάντηση ενώ στο δεύτερο η γραφή γίνεται σκοτεινή, μελαγχολική και η πτώση ολοκληρώνεται με τρομακτική ταχύτητα. Το μυθιστόρημα αρχίζει τον Ιούνιο και τελειώνει τον Σεπτέμβρη...




Τελειώνοντας το βιβλίο συνειδητοποιείς ότι ο Γκάτσμπι είναι ένα μυθιστορηματικό πρόσωπο που θα μείνει αξέχαστο... Ο Γκάτσμπι με το λευκό φανελένιο σακάκι πάνω από ασημί πουκάμισο και χρυσή γραβάτα ή με τα ροζ κουστούμια του, που έχουν το χρώμα του δειλινού. Ο Γκάτσμπι με την κίτρινη Ρολς Ρόις, που ο λαβύρινθος των παρμπρίζ της καθρεφτίζει μια ντουζίνα ήλιους. Ο Γκάτσμπι που απλώνει τελετουργικά τα φανταχτερά ευρωπαϊκά πουκάμισα της γκαρνταρόμπας του στην ζαλισμένη Νταίζη και που... δείχνει να είναι φτιαγμένος απ' το υλικό των ονείρων. Η πραγματικότητα τον πολιορκεί αλλά τελικά δεν τον κατακτά. Εξαφανίζεται βουτώντας σε μια πισίνα κι αφήνει πίσω του, ίχνος φευγαλέο, ένα μικρό πίδακα νερού...





"Το νερό μόλις που σάλευε στην επιφάνεια της πισίνας κι ας έμπαινε ορμητικό και φρέσκο από τη μια πλευρά για να χυθεί από την άλλη. Το φορτωμένο στρώμα ταξίδευε ακυβέρνητο μ' ένα ελαφρύ και κοφτό παφλασμό, ελάχιστο όμως, που δε θύμιζε ούτε ίσκιο από κύμα. Η πιο απαλή πνοή που μόλις κι ανατρίχιαζε την επιφάνεια του νερού έφθανε για ν' αλλάξει την τυχαία πορεία του φορτίου του. Στο άγγιγμα ενός σωρού από φύλλα που επέπλεαν, το στρώμα έστρεψε αργά και χάραξε μια λεπτή κόκκινη καμπύλη μέσα στο νερό".








Σημειώσεις: Η φωτογραφία του βιβλίου είναι από την πρώτη έκδοση: Scribner, ΝΥ, 1925. Το εξαιρετικό εξώφυλλο το είχε εικονογραφήσει ο Francis Cugat πριν ακόμη ολοκληρωθεί το έργο κι ενέπνευσε στον Φιτζέραλντ μια ακόμη σκηνή. Στη βιβλιοθήκη μου υπήρχε η μετάφραση της Ιωάννας Χατζηνικολή, εκδ. Γαλαξίας-Ερμείας. Όποιος έχει την ατυχία να την έχει, ας την δώσει γι' ανακύκλωση. Παραλείψεις φράσεων, προτάσεων, διαστρεβλώσεις νοημάτων, προσθήκες άλλων λέξεων... Αυτό που προκύπτει δεν έχει καμμία σχέση με το έργο του Φιτζέραλντ. Το βιβλίο έχει επίσης μεταφραστεί από τον Μάνθο Κρίσπη, Νίκο Μπακόλα, Δ.Κωστελένο, Α. Φερτάκη σε δυσεύρετες εκδόσεις και πιο πρόσφατα (2008) από τον Φώντα Κονδύλη,εκδ. Πατάκης. Η φωτογραφία της οικογένειας Φιτζέραλντ είναι του 1925, Χριστούγεννα στο Παρίσι. Η επόμενη είναι από την ομώνυμη ταινία του Τζακ Κλέιτον με τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ (αυθεντικότατος Γκάτσμπι) και την Μία Φάροου. Ο πίνακας στο τέλος είναι του David Hockney (A bigger splash). Το μότο είναι του Φιτζέραλντ απ' το αφήγημά του "Το Σπάσιμο". Το πρώτο απόσπασμα με τους μπλε χαρακτήρες είναι από δοκίμιο του Σ. Ροζάνη (Σημειώσεις, τεύχος 29, 1987) ενώ το δεύτερο του Leslie Fiedler(Love & Death in the American novel). (10/10)

Σάββατο, 11 Ιούλιος 2009

Βασίλης Ντόκος



ΚΑΤΑΓΩΓΗ


Κατάγομαι απ' το Άργος
και φόνο το φόνο ανεβαίνω
μέχρι τον Αγαμέμνονα

Κατάγομαι απ' το άλγος λοιπόν

Κι ακόμη να πέφτουν βλέπω
μεγάλα κομμάτια αέρα
από τις μαχαιριές
που σώμα ποτέ δεν βρήκανε
μόνο ένα άδειο ρούχο
μια έμμονη απουσία

Σώμα δεν βρήκανε λοιπόν
όσοι βαθιά αγαπήσαν

Κατάγομαι απ' το Άργος
κι είναι αργός ο θάνατος
αν μέσα στα λουτρά
χέρι ερωτικό ποτέ δεν σε αγγίξει
ή δεν σε μαχαιρώσει
την ώρα που γέρνεις τέμνοντας την απουσία
του άλλου

Την ώρα που σπέρνεις σιωπηλός την Κλυταιμνήστρα σου
λοιπόν





Σημείωση: Το ποίημα είναι από τη συλλογή του, "Τα άλεκτα του Αλέξανδρου", εκδ. Πλέθρον. Ο πίνακας είναι έργο του Γιώργου Νικολαΐδη.

Δευτέρα, 6 Ιούλιος 2009

Το τέλος

Άννα Ζέγκερς, εκδ. Άγρα, μτφ. Γιώργος Δεπάστας.


"... Ποτέ δε θέλησα τη θανάτωση ανθρώπων. Η ενοχή μου είναι απόρροια της υπακοής μου και η υπακοή επαινείται ως αρετή. Αυτή την αρετή μου καταχράστηκαν οι αρχηγοί των ναζί. Αλλά καθώς δεν ανήκω στους αρχηγούς, είμαι θύμα και μόνον αυτοί θα έπρεπε να τιμωρηθούν".

Άντολφ Άιχμαν





Η Γερμανίδα Άννα Ζέγκερς (1900-1983) από το 1933 έως το 1947 ζούσε σε διάφορες χώρες κυνηγημένη από το ναζιστικό καθεστώς. Μετά τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ μεταναστεύει στη Γαλλία μέσω Ελβετίας. Με την εισβολή των Γερμανών καταφέρνει να φύγει από τη Μασσαλία για την Μαρτινίκα, από κει για τον Άγιο Δομήνικο και τη Νέα Υόρκη, όπου το FBI της απαγορεύει την είσοδο ως κομμουνίστριας. Τελικά τον Ιούλη του 1941 εγκαθίσταται στο Μεξικό και μένει μέχρι το 1947, οπότε επιστρέφει στο Βερολίνο. Την εποχή της εξορίας της έγραψε μερικά από τα καλύτερα έργα της, όπως "Ο έβδομος σταυρός", "Τράνζιτο", "Η εκδρομή των κοριτσιών που χάθηκαν". Το τελευταίο είναι ένα από τα διαμαντάκια της γερμανικής λογοτεχνίας και κυκλοφορεί στα ελληνικά από την Άγρα.



Στην "Εκδρομή των κοριτσιών που χάθηκαν" (9/10), με αφορμή μια εκδρομή με τις φίλες της την εποχή της εφηβείας της, συνθέτει ένα ρέκβιεμ για τις δεκαπέντε αυτές κοπέλες, που στο άνθος της ηλικίας τους χάθηκαν κατά τη διάρκεια της γερμανικής τραγωδίας. Εκτοπίσεις, αυτοκτονίες, βομβαρδισμοί, βασανιστήρια, καταδόσεις... Με εντυπωσιακό τρόπο η Ζέγκερς κινείται ταυτόχρονα στο παρελθόν και στο παρόν και επιδεικνύει την αφηγηματική της δεινότητα.





"Το τέλος" εκτυλίσσεται στη Γερμανία λίγο μετά τη λήξη του πολέμου. Την εποχή που η χώρα προσπαθεί να ανοικοδομηθεί, ο Τσίλλιχ, ένας από τους αιμοσταγείς φύλακες των στρατοπέδων συγκέντρωσης, αναγνωρίζεται από ένα από τα θύματά του. Μπροστά στον επικείμενο κίνδυνο, το σκάει και περιπλανιέται κρύβοντας την ταυτότητά του. Περιπλανιέται προσπαθώντας είτε να βρει εργασία στα εργοτάξια της υπαίθρου είτε να κρυφτεί ανάμεσα στους απελπισμένους των ερειπωμένων πόλεων. Κι όμως ο Τσίλλιχ λαχταρά την ειρήνη, την ηρεμία...

"... δε νοσταλγούσε τίποτε άλλο εκτός από το να σπέρνει και να θερίζει, να έχει γαλήνη και ηρεμία κάτω από έναν σιωπηλό ουρανό -ή κάποια άλλη δουλειά που θα μπορούσες να την κάνεις ήρεμα, χωρίς να σε τρομοκρατούν ξαφνικά ή να σε κατασκοπεύουν αδιάκοπα ή να σε καλούν το βράδυ να λογοδοτήσεις".


Η Ζέγκερς με δαιμόνιο τρόπο παρασύρει τον αναγνώστη να ταυτιστεί με τον καταδιωκόμενο Τσίλλιχ επιθυμώντας τη λήθη και τη γαλήνη. Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίον ο πρώην κάπο του στρατοπέδου συγκέντρωσης προδίδεται παρά τις προσπάθειές του να περνάει απαρατήρητος. Προδίδεται όμως λόγω του υπερβολικού του ζήλου για εργασία! Ο Τσίλλιχ έπιασε δουλειά σ' ένα νταμάρι, όπου δούλευε όσο τρεις μαζί. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να προαχθεί σε αρχιεργάτη και να καταπιέζει τους εργάτες να αποδώσουν λες και βρίσκονταν σε στρατόπεδο εργασίας...




Ο άλλοτε κυνηγός είναι τώρα ο κυνηγημένος. Παντού βλέπει την απειλή. Έχει γίνει ένα με τον φόβο. Σε μια χώρα όπου η λέξη "ενοχή" έχει εξαπλωθεί σα μούχλα πάνω σε μια υγρή επιφάνεια δεν υπάρχει τόπος ασφαλής για τον Τσίλλιχ. Πρέπει να είναι παντού προσεκτικός και να φυλάγεται από τους πάντες. Ακόμα και πρώην σύντροφοί του θα μπορούσαν να τον καταδώσουν προκειμένου να θεωρηθούν οι ίδιοι αθώοι.

"... βγήκε στο δρόμο παραπατώντας. Ήταν παγωμένος από τον ιδρώτα. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε εκτεθεί σε τέτοιο φόβο. Αυτή η μηδαμινή ζωή δεν άξιζε καν έναν τέτοιο φόβο. Άλλοτε φανταζόταν πως η πατρίδα του ήταν απέραντη, πως με κάθε ανάσα μεγάλωνε, κατάπινε όλη τη γη, κομμάτι κομμάτι. Μεμιάς είχε γίνει αγνώριστη, ζαρωμένη, όπως προηγουμένως το πρόσωπό του".


Η αφήγηση της Ζέγκερς έχει τρομακτική δύναμη. Οδηγεί το θύμα της, άσφαλτα, στο πεπρωμένο του. Η γραφή της είναι λιτή και πυκνή. Η σκιαγράφηση των χαρακτήρων μοναδική. Έχει το μέγεθος μια νουβέλας κι έτσι το χαρακτηρίζουν αλλά προσωπικά το θεωρώ μυθιστόρημα και μάλιστα εξαιρετικό. Άλλωστε δε νομίζω να κατάλαβα ποτέ, πλήρως, τη διαφορά τους.






Η συγγραφέας δεν καταδικάζει και δεν κρίνει κανέναν. Απλά αφηγείται και περιγράφει με ευαισθησία τους ανθρώπους εκείνης της εποχής φωτίζοντας τις λεπτομέρειες που βρίσκονται στη σκιά. Πόσο ένοχος είναι ο κάθε Τσίλλιχ; Πόσο κοντά μας βρίσκεται; Πρέπει να καταδικαστεί; Είναι θύτης ή θύμα; Η Άννα Ζέγκερς δεν απαντά. Αφήνει τον αναγνώστη να βγάλει τα συμπεράσματά του.

Αλήθεια, πόσο μακριά βρίσκεται εκείνη η εποχή απ' τη δική μας; Ποιος είναι τόσο αφελής ώστε να πιστέψει ότι με το τέλος του ναζισμού έπαψε ο κίνδυνος του ολοκληρωτισμού, στη σύγχρονη κι ανεπτυγμένη κοινωνία μας; Είναι σφάλμα, όπως υποστήριζε η Άρεντ, να αποδοθεί στα ναζιστικά εγκλήματα ένα "σατανικό μεγαλείο". Οι οικονομικές κρίσεις και οι συνέπειές τους, η εργασιακή τρομοκρατία, η ξενοφοβία κι ο ρατσισμός θα μπορούσαν να είναι μερικές μόνο από τις συνιστώσες μιας πιθανής μελλοντικής θηριωδίας...





Σημειώσεις: Η πρώτη φωτογραφία είναι από τη βομβαρδισμένη Δρέσδη, η δεύτερη από την είσοδο του στρατοπέδου συγκέντρωσης στο Τερεζίενσταντ με την επιγραφή: Arbeit macht frei δηλ. "Η εργασία απελευθερώνει". Ο Άντολφ Όττο Άιχμαν ήταν Γερμανός αξιωματικός, που είχε καταφύγει στην Αργεντινή μετά την ήττα και πιάστηκε από Ισραηλινούς πράκτορες για να καταδικαστεί σε θάνατο και να εκτελεστεί το 1962 στο Ισραήλ. Τη δίκη του παρακολούθησε η Χάννα Άρεντ και έγραψε το βιβλίο: Ο Άιχμαν στη Ιερουσαλήμ - έκθεση για την κοινοτοπία του κακού (εκδ. Νησίδες).
Κάποιες από τις περιπλανήσεις του Τσίλλιχ μες στις ερειπωμένες πόλεις, μου θύμισαν έντονα την εξαιρετική ταινία του Ρομπέρτο Ροσελίνι "Γερμανία έτος μηδέν" (1948!) ενώ κάποιες σκέψεις μου πάνω στο θέμα της ενοχής, μοιραία, μου έφεραν στο νου την πρόσφατη ταινία "Σφραγισμένα χείλη" (The reader) του Στήβεν Ντάλντρι. (7/10)

Τετάρτη, 1 Ιούλιος 2009

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ !




είσαι ωραίος στίχος
με γοητεύεις σαν έφηβος
και μου ζητάς να σε βάλω προμετωπίδα
στα ρημαγμένα μου ποιήματα


όχι
πρέπει να μάθω να αντιστέκομαι
στους ωραίους έφηβους
στους ωραίους στίχους


Ντίνος Χριστιανόπουλος

Παρασκευή, 26 Ιούνιος 2009

...από το στόμα της παλιάς Remington...

Γιάννης Πάνου, εκδ. Καστανιώτης.


"Μια ιστορία χωρίς αρχή και τέλος. Μια παλιά αμαξοστοιχία χωρίς μηχανές. Ένας ατέρμων κοχλίας".












Υπάρχουν μυθιστορήματα όπου ο αναγνώστης είναι ένας άνθρωπος χαμένος μέσα στο χρόνο και στο χώρο. Το ανάστημά του μηδενίζεται μπρος στην οριζόντια απεραντοσύνη. Αμέτρητα καλώδια ξεχύνουν στα πόδια του το καθένα και από μια πληροφορία ασύνδετη για ό,τι κάποτε υπήρξαν όλα αυτά τα πρόσωπα, των οποίων τις ζωές παρακολουθεί. Καθώς πλανιέται μέσα στα γεγονότα, διαγράφει μια τροχιά κυκλική, πάντα την ίδια, συναντά τα ίδια τοπία και πρόσωπα, μα απέχει τόσο πολύ από το κέντρο που έχει την ψευδαίσθηση του ταξιδιού σε ευθεία. Μέσα στη δίνη των γεγονότων αποφασίζει κάποτε ν' ανακρούσει πρύμνα στη συμπαντική ροή του χρόνου, και με την αργή του κίνηση να μπορέσει να βάλει κάποια τάξη, να συσχετίσει τα πράγματα με τα πρόσωπα, έτσι καθώς περνούν αφήνοντας εκπληκτικά έντονες χρωματικές εντυπώσεις από λεπτομέρειες ενώ το όλο σχήμα, η ουσία, παραμένει κλειστή και απροσπέλαστη.

Το "...από το στόμα της παλιάς Remington..." είναι ένα μυθιστόρημα που θέλει προσπάθεια για να το κατακτήσεις. Κι εκεί που νομίζεις ότι τα κατάφερες κι έφτασες στην κορφή, διαπιστώνεις, όχι με λύπη αλλά με έκπληξη, ότι αυτή η κορυφή είναι τυλιγμένη από μια ομίχλη που μόλις και σ' αφήνει να διακρίνεις άλλες... ψηλότερες.

Το βιβλίο βρισκόταν στη βιβλιοθήκη μου πάνω από 20 χρόνια, στην πρώτη του έκδοση (Τρίλοφος 1981, Θεσσαλονίκη). Όποιος παρακολουθεί το ιστολόγιό μου θα έχει προσέξει ότι τα πιο πολλά βιβλία τα διαβάζω με καθυστέρηση πολλών χρόνων από την έκδοσή τους. Όσον αφορά στην ελληνική λογοτεχνία αυτό είναι σχεδόν κανόνας, ίσως γιατί περιμένω να ωριμάσουν...

Δύο χρόνια πριν, πρωτοδιάβασα το "Κιβώτιο"(10/10) του Άρη Αλεξάνδρου και με συνεπήρε τόσο, ώστε λίγες μέρες μετά το ξαναδιάβασα. Την "Remington",αφού την έφθασα ως τη μέση, την έπιασα πάλι από την αρχή, γιατί ένιωσα ότι μου ξέφευγε και μόλις την τέλειωσα, ξαναγύρισα σε πολλά κομμάτια της. Για μένα, η έντονη επιθυμία να ξαναδιαβάσω ένα βιβλίο ή να μη θέλω να τελειώσει, είναι ασφαλές κριτήριο για το χαρακτηρίσω αριστούργημα.



Το μυθιστόρημα περιγράφει την εναγώνια προσπάθεια του αφηγητή να αποδώσει όσο πιο αντικειμενικά γίνεται τον έρωτα του θείου του, Δημητρίου και της Ελένης. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού, ξετυλίγει όλη την ιστορία της Ελλάδας του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Από τους Βαλκανικούς πολέμους έως και τον Εμφύλιο. Από την Κυνουρία στην Αθήνα, από την Θεσσαλονίκη στην Ξάνθη και στις Πρέσπες και από το Κάιρο στην Κύπρο. Στη ζωή του προοδευτικού δασκάλου, Δημητρίου, καθρεφτίζεται όλη η κοινωνικοπολιτική ιστορία του τόπου μας. Παράλληλα ξετυλίγονται οι μικρο-ιστορίες δεκάδων άλλων προσώπων, που κινούνται γύρω από τους πρωταγωνιστές, ξεδιπλώνοντας έτσι το μωσαϊκό της μεγάλης εθνικής ιστορίας.
Μπορεί όμως ένα μυθιστόρημα ν' αναπαραστήσει την πραγματικότητα; Ο Πάνου έχει συνείδηση της ματαιότητας του εγχειρήματός του και φροντίζει συνεχώς να μας το επισημαίνει με τρόπο ευφυή, εξιστορώντας μας, τελικά, αυτήν ακριβώς την αδυναμία: Η μυθοπλασία δεν μπορεί να ανασυνθέσει τον κόσμο μας.




Διαβάζοντάς το, ένιωθα σιγά σιγά κι εγώ ένας από τους μπερδεμένους, στους δαίδαλους της ιστορίας του τόπου τους, πρωταγωνιστές της "Remington", καθώς πάσχιζα να πορευτώ μέσα στο λαβύρινθο του κειμένου. Όπως ο αφηγητής προσπαθούσε να ανασυνθέσει τον βίο και τον μεγάλο έρωτα του θείου του μέσα από τα ημερολόγια, τα ποιήματα και την αλληλογραφία του, τα ντοκουμέντα της εποχής, τα λεγόμενα των συγγενών και τις λίγες προσωπικές του αναμνήσεις, έτσι προσπαθούσα, ως αναγνώστης, να ελιχθώ ανάμεσα στις συνεχείς εναλλαγές των πρωτοπρόσωπων αφηγητών (ακόμη και μέσα στην ίδια πρόταση) και τα συνεχή άλματα στο χώρο και στο χρόνο προκειμένου να τιθασεύσω το κείμενο. Ένιωθα να στροβιλίζομαι μέσα στη δίνη των γεγονότων που συγκλόνιζαν τη χώρα και που ο απόηχός τους έφτανε όχι μόνο έως τις άκρες του τόπου αλλά κι ως τη διασπορά της Αιγύπτου.



Το ιστορικό ταξίδι, που ξεκινάει με τη μάχη των Σπαρτιατών και των Αργείων στην αρχαία Κυνουρία έως το καλοκαίρι του 1952 που βρέθηκε ο τελευταίος νεκρός του Εμφυλίου, συμβαδίζει με ένα ταξίδι στη γλώσσα και στη λογοτεχνία μας. Παραθέματα αρχαίων Ελλήνων, από τον Ηρόδοτο ως τον Παυσανία, δημοτικά τραγούδια, αποσπάσματα ντοκουμέντων σε καθαρεύουσα και γλωσσικά ιδιώματα διαφόρων τόπων, δημιουργούν ένα πανόραμα της ελληνικής γλώσσας. Ενώ παράλληλα,ο Πάνου, ανοίγει κάθε τόσο ένα σεντούκι απ' όπου ξεπηδούν μικρά διηγήματα με τον τρόπο των μεγάλων μας ηθογράφων των αρχών του 20ού αιώνα ή μικρές αφηγήσεις με τον τρόπο του Καχτίτση, του Πεντζίκη αλλά και του Προυστ, του Φώκνερ και του Ντος Πάσος.




Ο Γιάννης Πάνου (1943-1998) έχει συνθέσει το αριστουργηματικό του έργο κόμπο-κόμπο προσέχοντας τις αποχρώσεις, τους συνδυασμούς και την τοποθέτησή τους πάνω στην ελληνική ιστορία. Απλώνει μπροστά μας ένα εντυπωσιακό χαλί και κάθε τόσο φροντίζει να το γυρνάει κι από την ανάποδη αποκαλύπτοντάς μας έτσι, την τεχνική του.





"Αν σηκώσεις την άκρη της κρεμασμένης πάνω από το κρεβάτι κεντητής μπάντας, θα θυμηθείς το παλιό καθαρό χρώμα του καπνισμένου τοίχου, με όλο τον κίνδυνο, έτσι καθώς διπλώνεις το ύφασμα και καταστρέφεις τις αναλογίες και την προοπτική, να φέρεις τους άγριους διώκτες πολύ κοντά στον παράτολμο κλέφτη. Αν γελάσεις μ' αυτή τη σκέψη και αδιαφορώντας για τις συνέπειες σηκώσεις πιο πολύ το ύφασμα, τότε θα δεις την πίσω όψη του παραμυθιού, χαμένη τη μαγεία των χρωμάτων, την τεχνική ξεμπροστιασμένη, όλο κόμπους και στηρίγματα και μεγάλες βελονιές".





Σημειώσεις: Η πρώτη παράγραφος είναι από το βιβλίο και στην οποία, μετά από κάποιες αλλαγές, έχω βάλει στη θέση του "αφηγητή", που απελπισμένος προσπαθεί να ανασυνθέσει τη ζωή του θείου του, τον "αναγνώστη" που προσπαθεί να φθάσει στον πυρήνα του έργου. Στην πρώτη φωτογραφία φαίνεται το παλιό Δημοτικό σχολείο των Δολιανών της Κυνουρίας, απ' όπου καταγόταν ο Πάνου αλλά κι ο Δημήτριος (χωρίς αυτό να δηλώνεται ρητά στο κείμενο). Στη δεύτερη το Κάιρο, όπου εκτυλίσσεται ένα μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος. Στην τελευταία μια μπάντα τοίχου. Από τις εκδόσεις Καστανιώτης κυκλοφόρησε ένα βιβλιαράκι το 2006 αφιερωμένο στο μυθιστόρημά του με τίτλο "25 χρόνια μετά" και κείμενα των Μουλλά, Βούλγαρη, Σκάσση, Φάις, Χατζητάτση, Σαϊνη. Επίσης, η Κυριακάτικη Αυγή είχε κάνει ένα αξιόλογο αφιέρωμα στον Πάνου, το Μάιο του 2008, με αφορμή τα 10 χρόνια απ' το θάνατό του και το οποίο μπορεί να αναζητήσει κανείς στο: http://www.avgi-anagnoseis.blogspot.com/ .(9/10)

Κυριακή, 21 Ιούνιος 2009

Η αισθητική της σιωπής - 2

Σούζαν Σόνταγκ, εκδ. Νεφέλη, μτφ. Νανά Ησαϊα.






"...Γράφοντας ποιήματα χωρίς ήχους και λέξεις".


Μ. Αναγνωστάκης







Πριν από αρκετά χρόνια είχα αγοράσει ένα διπλό cd, αφιερωμένο στον σύγχρονο συνθέτη John Cage (1912-1992) με σκοπό να γνωρίσω τη μουσική του. Ένα από τα κομμάτια του, με τίτλο 4' 33'', το ερμήνευε ο Φρανκ Ζάππα στο πιάνο. Μάταια περίμενα ν' ακούσω τον παραμικρό ήχο απ' τον Ζάππα. Προς στιγμή αναρωτήθηκα μήπως ο δίσκος ήταν ελαττωματικός και γι' αυτό αφού τον έβγαλα εκνευρισμένος και τον έλεγξα σχολαστικά τον ξανατοποθέτησα γι' ακρόαση εκ νέου. Αυτή όμως τη φορά, χαμογελώντας, κάθισα κι "απόλαυσα" για τέσσερα λεπτά και τριαντατρία δευτερόλεπτα, το "τίποτα" το "απόλυτο τίποτα".



Η πρεμιέρα του 4' 33" δόθηκε το 1952. Μια μουσική σύνθεση σε τρία μέρη. Ένας πιανίστας, χωρίς ν' αγγίζει καν τα πλήκτρα, κάθεται σιωπηλός διαβάζοντας μια κενή παρτιτούρα για όσο χρόνο υποδεικνύει ο τίτλος του έργου. Μπορεί να φανταστεί κανείς τις αντιδράσεις του κοινού...






Ο Κέιτζ ισχυριζόταν επίμονα ότι "Απόλυτη σιωπή δεν υπάρχει . Πάντοτε συμβαίνει κάτι που δημιουργεί ήχο". Ο Κέιτζ περιέγραψε πως, ακόμα και σ' ένα απομονωμένο από τους ήχους δωμάτιο, ακόμα και τότε άκουγε δύο πράγματα: τον ήχο της καρδιάς του και την πορεία του αίματός του στο κεφάλι του.






Ο Κέιτζ παραδεχόταν την επιρροή του Robert Rauschenberg (1925-2008), που το 1951 παρουσίασε τον "Λευκό πίνακα". Στην ουσία, πρόκειται για το εικαστικό αντίστοιχο του 4' 33'', όπως θα μπορούσε και μια άδεια αίθουσα τέχνης να είναι το αντίστοιχο για γλυπτά ή εικαστικές κατασκευές.







"Παρόμοια δεν υπάρχει ο άδειος χώρος. Από την ώρα που ένα ανθρώπινο μάτι κοιτάζει, πάντα υπάρχει κάτι που μπορεί να δει. Το να κοιτάζεις κάτι που είναι "άδειο" σημαίνει και πάλι το να κοιτάζεις, και πάλι το να βλέπεις κάτι -έστω και μόνο τα φαντάσματα των ίδιων σου των προσδοκιών. Για να συλλάβει κανείς την πληρότητα, πρέπει να διατηρήσει έντονα την αίσθηση του άδειου που τη διαχωρίζει από τα γύρω της, αντίστροφα, για ν' αντιληφθεί κανείς το άδειο, πρέπει να έχει στο νου του άλλες ζώνες του χώρου σαν γεμάτες".

"Στο "Μέσα από τον καθρέφτη" η Αλίκη βρίσκει ένα μαγαζί που έμοιαζε να είναι γεμάτο από κάθε είδους περίεργα πράγματα -αλλά το πιο παράξενο απ' όλα ήταν το ότι όποτε κοίταζε προσεκτικά σε κάποιο ράφι, για να διακρίνει τι ακριβώς είχε πάνω του, το συγκεκριμένο αυτό ράφι ήταν πάντοτε εντελώς άδειο, αν και όλα τα άλλα ράφια γύρω του ήταν υπερβολικά φορτωμένα με οποιουδήποτε είδους αντικείμενο μπορούσαν να συγκρατήσουν".



"Η σιωπή ποτέ δεν παύει να συνεπάγεται το αντίθετό της και να εξαρτάται από την παρουσία του: ακριβώς όπως δεν υπάρχει "πάνω" χωρίς "κάτω" ή "αριστερό" χωρίς "δεξιό", έτσι πρέπει κανείς να παραδεχτεί την ύπαρξη ενός περιβάλλοντος ήχου ή γλώσσας για ν' αναγνωρίσει τη σιωπή. Όχι μόνο η σιωπή υπάρχει σ' έναν κόσμο γεμάτο από ομιλίες και κάθε άλλου είδους ήχους, αλλά κάθε δεδομένη σιωπή έχει τη δική της ταυτότητα σαν ένα διάστημα διάτρητων ήχων".



"Έτσι ένα μεγάλο μέρος της ομορφιάς της σιωπής του Χάρπο Μαρξ οφείλεται στο ότι είναι περιτριγυρισμένος από μανιακούς ομιλητές".







Σ' αυτό το σύντομο αλλά περιεκτικό δοκίμιο η Σούζαν Σόνταγκ προσπαθεί να εξαντλήσει όλες τις περιπτώσεις, που η σιωπή επιλέγεται ως συνειδητός τρόπος έκφρασης. Από τον Ρεμπώ στον Μπέκετ κι απ' τον Βιτγκενστάιν στον Ντυσάν, η Σόνταγκ διατρέχει όλους τους χώρους της Τέχνης και της φιλοσοφίας προκειμένου να περιγράψει όλες τις εκφάνσεις της "καλλιτεχνικής" σιωπής. Τι είναι τελικά η "σιωπή" στην Τέχνη; Μία πρόκληση ή ένα αύταρκες έργο άξιο να "ψυχαγωγεί"; Αλήθεια, ξανάκουσα ποτέ μου το 4' 33''; Κι ωστόσο... πόσες φορές δεν το ανακάλεσα στη μνήμη μου και πόσες φορές δεν υπήρξε έναυσμα για ένα σωρό σκέψεις; Είναι, λοιπόν η "σιωπή" έναυσμα για έναν προβληματισμό πάνω στην Τέχνη ή μήπως μια απόπειρα διαμαρτυρίας; Ας μην ξεχνάμε την "εκρηκτική σιωπή" του Μανόλη Αναγνωστάκη αλλά και τη ρήση του Τέοντορ Αντόρνο "Το να συνεχίζεις να γράφεις ποίηση μετά το Άουσβιτς είναι βάρβαρο" (1945).




Η Σόνταγκ οικοδομεί την "Αισθητική της σιωπής" χωρίς ποτέ να ξεφεύγει από τη βασική της θέση, που επηρέασε όλη τη σκέψη της κι αναπτύχθηκε στα πρώτα της δοκίμια, σύμφωνα με την οποία το ύφος ενός έργου τέχνης είναι και το περιεχόμενό του -περιεχόμενο όχι αναγκαστικά θεωρημένο σα νόημα- κι ότι, κατά συνέπεια, η μορφή ενός έργου, από την οποία και εξαρτάται το ύφος του, είναι αυτό που πρέπει να μας απασχολεί. Αυτή της η θέση οδήγησε σε μια πολεμική εναντίον των ατελείωτων ερμηνειών των έργων από τους κριτικούς που προσπαθούν να προσδιορίσουν την αξία ένός έργου ξεκινώντας απ' το τι λέει κι όχι από το πώς λέει αυτό που έχει να πει. (Ν. Ησαϊα)
Σε ένα πολύ ωραίο απόσπασμα , στο παρόν δοκίμιο, γράφει με το απαράμιλλο ύφος της:

"Ο θεατής έτσι πρέπει να πλησιάσει την τέχνη όπως πλησιάζει κανείς ένα τοπίο. Ένα τοπίο δεν απαιτεί από το θεατή την "κατανόησή" του, την απόδοσή μιας σημασίας, τις ανησυχίες του και τις συμπάθειές του. Απαιτεί, μάλλον, την απουσία του, ζητάει απ' αυτόν να μην του προσθέσει τίποτα. Η οραματική θέαση των πραγμάτων, για να μιλήσει κανείς επακριβώς, συνεπάγεται την ικανότητα εκ μέρους του θεατή να ξεχνάει τον εαυτό του: ένα αντικείμενο άξιο να κοιταχτεί μ' αυτό τον τρόπο είναι ένα αντικείμενο που, στην πραγματικότητα, εκμηδενίζει αυτόν που το συλλαμβάνει".



---------------------------------------------------





"Οι σειρήνες τώρα έχουν ένα όπλο πιο τρομαχτικό απ' το τραγούδι τους: τη σιωπή τους. Και παρόλο που δε συνέβη ποτέ, θα μπορούσε κανείς να φανταστεί κάποιον να γλιτώνει απ' το τραγούδι τους, από τη σιωπή τους όμως, αναμφίβολα, ποτέ".

Φραντς Κάφκα (Η σιωπή των Σειρήνων, απόσπασμα)



Σημειώσεις: Το δοκίμιο της Σόνταγκ έχει μεταφραστεί κι από τον Άρη Μπερλή στο περιοδικό "Σπείρα" (1975), που δεν κατόρθωσα να βρω, ενώ από την Νανά Ησαϊα μεταφράστηκε το 1974. Διαβάζοντάς το παράλληλα με το αγγλικό διαπίστωσα, δυστυχώς, ότι η μετάφρασή της είναι άνιση. Η έκδοση της "Νεφέλης" είναι του 1983. Οι δυο πρώτες φωτογραφίες είναι από την παρτιτούρα του John Cage. Το διπλό cd έχει κυκλοφορήσει από την Koch το 1993 (A chance operation: the John Cage tribute). H επόμενη δείχνει τον Ράουσενμπεργκ να ποζάρει δίπλα στον "Λευκό πίνακά" του. Η εικόνα με την Αλίκη στο μαγαζάκι του "Μέσα απ' τον καθρέφτη" είναι από την εικονογράφηση του John Tenniel. Η επόμενη φωτογραφία δείχνει τον "μουγγό" Χάρπο, από τους αδελφούς Μαρξ. Ο πίνακας στο τέλος είναι του Magritte και έχει τίτλο "Τα θαύματα της φύσης" (1953). Ο Αντόρνο προχώρησε στη περίφημη δήλωσή του όταν σταμάτησε να συνθέτει μουσική. Ωστόσο μετά από λίγα χρόνια την ανακάλεσε λέγοντας: "Ο αιώνιος πόνος έχει δικαίωμα να εκφραστεί όπως κι αυτός που βασανίζεται να ουρλιάξει... έτσι θα ήταν σφάλμα να πει κανείς ότι δεν μπορεί να γραφτεί ποίηση μετά το Άουσβιτς". Η μετάφραση του αποσπάσματος του Κάφκα είναι του Ναυτίλου.

Τρίτη, 16 Ιούνιος 2009

Η αισθητική της σιωπής - 1

Σούζαν Σόνταγκ (1933-2004)




Την Τέχνη δεν πρέπει να την προσεγγίζουμε ερμηνευτικά
αλλά ερωτικά.













Η μορφή της "μελαχρινής κυρίας των Αμερικάνικων Γραμμάτων" με είχε εντυπωσιάσει από την πρώτη στιγμή που την είδα σε φωτογραφία. Η ίδια έχει εξηγήσει αναλυτικά το πώς οι φωτογραφίες επηρεάζουν τον τρόπο σκέψης μας. Η εικόνα αυτή με είχε γοητεύσει πολύ πριν διαβάσω ο,τιδήποτε δικό της. Και άργησα πολύ να διαβάσω κάτι δικό της! Γι' αρκετό καιρό μου αρκούσε να χαζεύω τους τίτλους των δοκιμίων της: Η αισθητική της σιωπής, Ενάντια στην ερμηνεία, Αγαπώντας τον Ντοστογιέφσκι, Ταξίδι στο Ανόι (1968), Η πορνογραφική φαντασία, Περιμένοντας τον Γκοντό στο Σεράγιεβο (1993), Η νόσος ως μεταφορά, Fascinating fascism...



















Η Σούζαν Σόνταγκ υπήρξε λογοτέχνης, δοκιμιογράφος, σκηνοθέτης του κινηματογράφου και του θεάτρου, ακτιβίστρια... Το 1968 ταξίδεψε εν μέσω πολέμου στο Β.Βιετνάμ, στο Ανόι, παίρνοντας το μέρος των Βιετκόνγκ. Το 1993 σκηνοθετούσε στο πολιορκημένο Σεράγιεβο το "Περιμένοντας τον Γκοντό" του Μπέκετ. Το 2001 γράφει στη New Yorker για την 11η Σεπτεμβρίου ότι "αυτό που συνέβη δεν ήταν μια "δειλή" επίθεση κατά του πολιτισμού, της ελευθερίας, της ανθρωπότητας ή του "ελεύθερου κόσμου" αλλά μια επίθεση κατά μιας αλαζονικής υπερδύναμης, ως συνέπεια της στρατηγικής της και των πράξεών της. Πόσοι πολίτες γνωρίζουν για τους συνεχιζόμενους βομβαρδισμούς στο Ιράκ; Και η λέξη "δειλία" θα ταίριαζε περισσότερο σ' αυτούς που σκοτώνουν από απόσταση ασφαλείας παρά σ' αυτούς που σκοτώνοντας άλλους, θυσιάζουν και τις δικές τους ζωές".




Η λογοτεχνία είναι το βασίλειο των αποχρώσεων κι αντιθέσεων ενάντια στις φωνές της απλούστευσης.










Το πρώτο της βιβλίο που διάβασα ήταν "Η νόσος ως μεταφορά - Το AIDS και οι μεταφορές του". Ένα εξαιρετικό δοκίμιο για τον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα μας διαστρεβλώνει τις αλήθειες για τη φυματίωση, τον καρκίνο, το AIDS και πώς αυτό έχει επηρεάσει την κουλτούρα του 19ου και 20ου αιώνα. Η ίδια είχε προσβληθεί από καρκίνο σε σχετικά νεαρή ηλικία και κάθε τόσο έδινε τη μάχη της επιβίωσης (για την τελευταία μου φράση θα είχε πολλά να πει). Ωστόσο τα πιο γοητευτικά δοκίμιά της είναι αυτά για την Τέχνη, τον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία.




Η λογοτεχνία υπήρξε για μένα το διαβατήριο εισόδου σε μια ευρύτερη πραγματικότητα, αυτής που βρίσκεται στη Ζώνη της ελευθερίας.










Στα λογοτεχνικά της δοκίμια υπάρχει διάχυτος ένας ερωτισμός. Η Σόνταγκ γράφει για τη λογοτεχνία όπως θα έγραφε μια γυναίκα ερωτευμένη, για τον εραστή της. Ας μην ψάχνουμε για αντικειμενικότητα λοιπόν κι ας αφεθούμε στην γοητεία της γραφής της. Η ίδια ξεχείλιζε από ζωή, ερωτευόταν άνδρες και γυναίκες και καταπιανόταν με τα πάντα. Σε κάποιο κείμενό της έγραφε:"Ξέρουμε περισσότερα απ' όσα μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε. Κοίτα, με πόσα πράγματα έχω γεμίσει το κεφάλι μου: πυραύλους και βενετσιάνικες εκκλησιές, David Bowie και Ντιντερό, nuoc mam και Big Macs, γυαλιά ηλίου και οργασμούς... Και πόσα λίγα ξέρουμε!"



Τρία είναι τα πράγματα, που εδώ κι είκοσι χρόνια, υποσχέθηκα στον εαυτό μου να κάνω πριν πεθάνω:

- να σκαρφαλώσω το Matterhorn
- να μάθω να παίζω τσέμπαλο
- να μάθω κινέζικα









Το 2004 υπέκυψε στην τελευταία επίθεση καρκίνου (πάλι τα ίδια), και σώπασε για πάντα. Παρέμεινε ωστόσο "μέλος της λογοτεχνικής κοινότητας, που περιλαμβάνει περισσότερους νεκρούς συγγραφείς απ' ότι ζωντανούς". Επιθυμία της ήταν να ταφεί στο ιστορικό νεκροταφείο του Μονπαρνάς, στο Παρίσι, ανάμεσα σε αγαπημένους της λογοτέχνες.


Η λογοτεχνία είναι ελευθερία







Σημειώσεις: Τα αποσπάσματα της Σόνταγκ (μπλε και μπορντό χαρακτήρες) είναι όλα σε μετάφραση του Ναυτίλου. Το τελευταίο απόσπασμα με μπλε χαρακτήρες αξίζει να το παραθέσω ολόκληρο στο πρωτότυπο: "A writer is first of all a reader. It is from reading that I derive the standards by which I measure my own work and according to which I fall lamentably short. It is from reading, even before writing, that I became part of a community -the community of literature- which includes more dead than living writers". Είναι από το δοκίμιο περί μετάφρασης "The World as India".
Το Matterhorn είναι η πιο απότομη κι εντυπωσιακή κορυφή των Άλπεων και έχει στοιχίσει τη ζωή σε περισσότερους από 500 ορειβάτες. Το nuoc mam είναι μια δημοφιλής βιετναμέζικη σάλτσα ψαριού.